- ὑπερασχάλλω
- ὑπερ-ασχάλλω, überaus unwillig sein
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
υπερασχάλλω — Α λυπούμαι πάρα πολύ, στενοχωριέμαι υπερβολικά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + ἀσχάλλω «λυπάμαι, στεναχωριέμαι»] … Dictionary of Greek